Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2012

Μεγάλη σοδειά

Κάτσε να σου "κλέψω" και τα υπόλοιπα, να μην τα ψάχνω πάλι!

ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΣΤΑ ΑΜΠΕΛΑΚΙΑ

ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΣΤΑ ΑΜΠΕΛΑΚΙΑ

Έπειτα βγάζαμε τον Επιτάφιο. Ένα πανί με κεντημένο      
Τον Αποκαθηλωμένο Κύριο.
Ο Γέροντας  τον έριχνε στον ώμο και έπαιρνε
Το μονοπάτι. Ακολουθούσαμε μ’ αναμμένα κεριά.
Μπροστά μας τα αηδόνια έσκαβαν βαθιά στη νύχτα
Τονίζοντας σε αγγελικό ήχο τα Εγκώμια.
Χαμηλά το ποτάμι γυάλιζε στο φως του φεγγαριού.

Μακριά, πολύ μακριά
Οι χρυσοποίκιλτοι υποτελείς
Αποφάσιζαν
Τούτη τη βιολετί ομορφιά
Απολέσαι.

Οι Γραμματείς και οι Νομοδιδάσκαλοι
Που αγνοούν
Το «θανάτω  θάνατον  πατήσας».

Γιάννης Τσίγκρας

ΗΤΑΝ ΤΡΙΖΟΝΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ

ΗΤΑΝ ΤΡΙΖΟΝΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ

Καθώς σε κλόουν του ταλίρου μορφωνόταν η σελήνη,
μέσα στου ΤΕΖΑ τους ατμούς σώπασε ο Τζί.
Σου το ‘λεγα -  χωρίς του
ο διάβολος θα κλείνει το ταμείο
και τα παιδιά δεν θα ‘χουν
που τ’ ανθισμένα βλέφαρά τους να γυρίσουν.

Γιάννης Τσίγκρας 





Με το ξεσκόνισμα τόσων βλεμμάτων
Τα πράγματα χάνουν την ικμάδα
Του συναισθήματος-
Όπως στα παλιά κάδρα
Θέλεις να πεις  «ο καημένος ο παππούς»
Και σου βγαίνει ένα  « έτσι ήταν λοιπόν».


Χρειάζεται φειδώ και το αγκάλιασμα.

Άτιτλο

Το παραλήρημα. Έρωτα αναβρυτήριου
σημαίνουν
πεταλούδες.

Γιάννης Τσίγκρας

ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ ΒΙΟΛΕΤΑ

ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ ΒΙΟΛΕΤΑ

Στη λεύκα ακούμπησε απαλά εν’ αστέρι.
Η δεσποινίς Βιολέτα δεν μνησικακεί-
(Της είχε στα δεκάξη υποσχεθεί
Το ίδιο, ναι, πως το νυμφίο θα της φέρει).
Έξω η βραδυά ανθίζει λυπημένη,
Θρηνολογούν αναίτια τα τριζόνια
(Είναι δικά της τα φευγάτα χρόνια
Καιροί που γεννηθήκαν πεθαμένοι).
Δεν τα θυμάμαι. Αγαπάει τον Βιγιόν
Παράφορα. Και τους καταραμένους ποιητές.
Πλαγιάζει με εξαίσιους ιππότες - εραστές.
Έφτασε τα πενήντα. Και λοιπόν;

...........................

Το αστέρι κάποιο βράδυ θα κυλήσει.
Το πού μονάχα την ενδιαφέρει.
Στα μάτια του Ωραίου που θα φέρει
Ή στα δικά της μάτια πριν τα κλείσει.
Γιάννης Τσίγκρας

ΕΞΑΡΧΕΙΑ 70

ΕΞΑΡΧΕΙΑ  70

Θα τα θυμάμαι. Ο ήλιος να παίζει
στου Στρέφη τα πεύκα. Τα άδεια τους χρόνια
οι γέροι κρυμμένοι να κλαιν στα μπαλκόνια,
ν’ ανάβει τους κόκκινους πόθους η Νταίζη,
στο άσπρο σπιτάκι με τα πελαργόνια.
Θλιμμένα να γελάω στο μικρό κρετίνο
και το VOX να παίζει τα καράτε, τα πορνό.
Έξω απ’ την αυλή σου κάθε μέρα να περνώ,
το χαμόγελο προβάροντας του Βαλεντίνο.

Γιάννης Τσίγκρας

Άτιτλο

Δίχως
Το εύψαυστόν σου «ώ, τι»
σα ζελεδάκι.

Γιάννης Τσίγκρας

ΑΣ ΚΑΠΝΙΣΟΥΜΕ -1970

ΑΣ ΚΑΠΝΙΣΟΥΜΕ -1970

Ψάχνω τον Λούκυ- Λουκ, τον χάρτινο ιππότη.
Σκίτσο μ’ ηλιομπαλώματα, μια θύμηση υγρή.
Στα είκοσι έγγραφα πως χάθηκεν η νιότη
(σαν έφυγε). Δεν πίστευα πως θα χαθεί
του ερωτικού μου ο εκτελεστής παιάνα,
των «πάντα θα», του «σ’ αγαπώ», του «Άννα».

Λέγαμε για τους Ντάλτον και πολλές φορές
τις ηρωικές του παίρναμε πόζες.
Ήταν η Αννούλα μοναχά τις Κυριακές
όταν της πρόσφερα στον κήπο μας μιμόζες

Πίστη. Θα βρω τον Λούκυ δίχως άλλο.
Θα τον κεράσω κόκα κόλα και τσιγάρο.
Πριν στο «γιατί» φτάσουμε «να χωρίσουμε»,
απλά θα μου μιλήσει: «Ας καπνίσουμε». 

Γιάννης Τσίγκρας

ΜΑΤΑΙΩΣΗ

ΜΑΤΑΙΩΣΗ
Εγγίζει της σιωπής σου το πυρρό το μέταλλο
μια ματωμένη μου πληγή αριστερά στο στήθος.
Μιας μαργαρίτας ήταν ΔΕΝ το τελευταίο πέταλο.
το ‘ξερες, μα σου χρειαζόταν ο γαλάζιος μύθος:

Θ’ άφηνε τα παράξενα κλισέ του ο ποιητής
κι ίσως για χάρη σου να ζέσταινε τον ήλιο.
Των ιπποτών ο έσχατος σε μακρινό βασίλειο
δικός σου τροβαδούρος και ταυτόχρονα εραστής.

Πρόλαβα μοναχά μία μπαλάντα να σου γράψω.
Κάτι για νυχτολούλουδα υγρά, υπογραφή Αρλεκίνος.
Χαρτί που ξέσκισα στον άνεμο όταν εκείνος
σ’ αγκάλιαζε και δεν μπορούσα ούτε να κλάψω.


Μέσα στις ιστορίες σου, γιαγιά 
Μου είχαν προσφερθεί μύρια ενδεχόμενα:
Στα δάση κάθε ίσκιος ήταν ξωτικού.
Έλεγα ότι και η δική μου νεράιδα
Είχε σ’ ένα σεντούκι μαγικό ραβδί κρυμμένο.
Πριγκιποπούλες δεν περίμεναν ξύπνιους βοσκούς
 Ηξερα εγώ καλύτερα τα αινίγματα να λύνω,
Χρυσά σε πόδια κοριτσιών γοβάκια να προβάρω.
Αητόπουλο, πώς  να με φτάσουν
Των χαλασμάτων μάγισσες και δράκοι.
Μόνο
Με το  «κι εμείς θα ζήσουμε καλύτερα» του τέλους
Θύμωνα, γιατί έβλεπα γιαγιά,
Την μύτη σου σαν του Πινόκιο να μεγαλώνει.
Αχ, πώς μπορούσα τότε να το νιώσω
Πως ήταν ψέμμα, ειπωμένο από συμπόνια
Για το παιδί που έμενε ανερμάτιστο
Χάνοντας του παραμυθιού τις διέξοδους.
Γιάννης Τσίγκρας

Άτιτλο

Το ημισώμα σου περίπου φώς.

ΑΠΛΗ ΜΕΤΑΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ.

Γιάννης Τσίγκρας

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΡΙΛΙΑΣ

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΡΙΛΙΑΣ

Το άλικο πρώτο ανθάκι στην τσιντόνιας το γυμνό κλαρί
θυμίζει στόμα κοριτσιού που από λαχτάρα αιμάσσει.
Τόσο που, αφού ο σπίνος μες στον κάλυκά του ξεδιψάσει,
σφυρίζει ένα «έτσι οι άνθρωποι φιλούν» και μοιάζει ν’ απορεί. 
Γιάννης Τσίγκρας

ΤΑ ΕΙΔΩΛΑ ΤΟΥΣ

ΤΑ ΕΙΔΩΛΑ ΤΟΥΣ

Όλα ειν' εδώ.
Η φαλακρή κορυφή του κυπαρισσιού
                        Πάνω απ’ τις στέγες,
Στικτά αλεξιβρόχια μυρμηγκιών,
                        τα μανιτάρια.
Και το σιδεροτράπεζο.
Όλα ειν’ εδώ πραγματικά.
Μα εγώ, είχα τα είδωλά τους συνηθίσει.
Στο βάθος των ανεστραμμένων σου ματιών.

Γιάννης Τσίγκρας

ΤΑΧΥΔΡΑΜΑ

ΤΑΧΥΔΡΑΜΑ

Αγαπώ κάθε παράξενη σκηνή διανυκτερεύοντος φαρμακείου
«Ποντίκια είπατε;» ο υπάλληλος νυστάζει πίσω από
πολύχρωμες γυάλες.
«Ναι, ξέρετε, οι αρουραίοι» ο πελάτης είναι ωχρός
«…καταβροχθίζουν τα χειρόγραφά μου».
Ο πελάτης είναι ωχρός και φοράει γυαλιά.
«Μμ, πάρτε το μυοθνήξ. Αντιαλλεργικό. Δεν προκαλεί
γαστρίτιδα».
Ακούγεται ο κούκος του ρολογιού.
«Πρόκειται για εξόχως εμβριθή τρωκτικά αγαπητέ μου κύριε».
Οι πολύχρωμες γυάλες περιέχουν κολώνια.
Ο πελάτης ζυγίζεται.
Κι άξαφνα «…έχουν τάσεις εξπρεσσιονιστικές».
Πλησιάζει την πόρτα. «Εννοείται τα χειρόγραφά σας;»
Ανοίγει την πόρτα. «Εννοώ τα ποντίκια. Καληνύχτα».
Αγαπώ κάθε ωχρόν άνθρωπο που φοράει γυαλιά
και τριγυρίζει έρημους βραδινούς δρόμους
έχοντας στην τσέπη ένα φακελλάκι ανώφελο μυοθνήξ.
Γιάννης Τσίγκρας

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ ΠΡΟΣ ΧΕΙΜΩΝΑ

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ ΠΡΟΣ ΧΕΙΜΩΝΑ

Σκοτεινά έμβρυα πανηγύρεων 
γύφτικα
φεύγουν
DATSUN.
Γιάννης Τσίγκρας

ΥΠΑΡΧΕΙ Ο ΑΠΡΙΛΗΣ

ΥΠΑΡΧΕΙ Ο ΑΠΡΙΛΗΣ

Υπάρχει ο Απρίλης.
Υπάρχει το Εδώ και το Επέκεινα,
Ο Καιρός και η Στιγμή.

Υπάρχει ο Απρίλης
Με τους λεμονανθούς και τις
Βραδινές
Ριγηλές αιθρίες.

Ένα ποδήλατο χρυσό
Υπάρχει ακόμη
Για όσους αγαπούν τα αινίγματα
Λιγότερο
Από τις ανυπόμονες βαλίτσες.
Γιάννης Τσίγκρας

Προσωπικό σύνδρομο Ε

Προσωπικό σύνδρομο Ε

Είναι μια ανέλιξη
Μια αναβάθμιση

Μια  φράση

Ενδεχομένως
Ή
Περίπου

Μουσική

Που  αιφνιδίως
Βουλιάζει  στην απροσδιοριστία.

Γιάννης Τσίγκρας

ΚΑΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ

ΚΑΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ

Καμιά στιγμή δεν μας συστήνεται
Ως τελευταία
Γιατί τότε ο θάνατος του καθενός
Θα 'πρεπε να έχει όνομα-
Το δεύτερο όνομά μας.
Καμία εποχή δεν μας συστήνεται
Ως περατουμένη
Μόνον εντός της υποφώσκει στιγμιαία
Η άλως του μηδενός
Του αποκλειστικού της ορίου.

Γιάννης Τσίγκρας

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΕΙΝΑΙ

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΕΙΝΑΙ
Ο Χρόνος είναι διαστελλόμενο κλουβί
Που χωρεί ένα σφουγγάρι του βυθού και την Μέριλιν.
Χωρεί και μένα που αποδέχομαι και αναιρώ.
Μόνον ο Αχώρητος γεμίζει, τυλίγει και περνά ανάμεσα
Σαν το αεράκι των αλκυονίδων.

Γιάννης Τσίγκρας

SPLEEN

                                   SPLEEN

            Kαι γεύεσαι, ως το γλαυκό Επέκεινα, σάρκα γης σηπεδόνας
            Ώσπου σε δράμα ευδίας θαλασσινής, στικτής από εσμό ναυτίλων
            Αραιοϋφαντη να πέσει αυλαία λευκών πτίλων
            Σημαίνοντας το θάνατο που ακολουθεί το σφύριγμα σφενδόνας.


            Πλάι μας ψυχρόαιμοι μαζεύουν των διαδικτύων βράχων τα κυκλάμινα
            Και ως παγοπώλαι ονήλατοι κυκλοφορούν του αιώνα οι Επιμηθείς.
            Το ναι ακούγεται ως ου.Ψίθυροι θρόες στα αυτιά:"μη κοιμηθείς
            ή "ειρήνευσε". Και η  μονολόγιστη ευχή μόνη μας άμυνα.  

Γιάννης Τσίγκρας             

ΕΝ ΝΕΑΠΟΛΕΙ

ΕΝ ΝΕΑΠΟΛΕΙ

Τα που από τρούλους πίσω χάνονταν πετροχελίδονα
Ενός φευγάτου είναι παιδικού μου ουρανού.
Θυμάμαι δώρο του ήμερου, το θέρος, δειλινού
Μικρές τριγύρω μας φωτιές. Γιορτάζαμε τον Κλήδονα.

Και δεν υπάρχουν (μνήμης οστεοφυλάκια) τα οικόπεδα
σκουριά γεμάτα, μπάζα κι άγριες τσουκνίδες
 ιδανικοί κρυψώνες για τις κοκκινόφτερες ακρίδες.
Λείπουν κι οι γέροι που γκρινιάζανε με χαμόγελο:
                                                            «παλιόπαιδα».

Ένα μάτι αόρατου Πολύφημου. ωχρογάλαζο φεγγάρι
 του πεθαμένου χρόνου απολίθωμα ας δω.
Ωρίμασα όπου γεννήθηκα. Μα ο άνεμος εδώ
δε φέρνει πια των λόφων μιαν οσμή από θυμάρι.

Γιάννης Τσίγκρας



Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2012


ΜΑΤΑΙΩΣΗ

ΜΑΤΑΙΩΣΗ
Εγγίζει της σιωπής σου το πυρρό το μέταλλο
μια ματωμένη μου πληγή αριστερά στο στήθος.
Μιας μαργαρίτας ήταν ΔΕΝ το τελευταίο πέταλο.
το ‘ξερες, μα σου χρειαζόταν ο γαλάζιος μύθος:

Θ’ άφηνε τα παράξενα κλισέ του ο ποιητής
κι ίσως για χάρη σου να ζέσταινε τον ήλιο.
Των ιπποτών ο έσχατος σε μακρινό βασίλειο
δικός σου τροβαδούρος και ταυτόχρονα εραστής.

Πρόλαβα μοναχά μία μπαλάντα να σου γράψω.
Κάτι για νυχτολούλουδα υγρά, υπογραφή Αρλεκίνος.
Χαρτί που ξέσκισα στον άνεμο όταν εκείνος
σ’ αγκάλιαζε και δεν μπορούσα ούτε να κλάψω.


Μέσα στις ιστορίες σου, γιαγιά 
Μου είχαν προσφερθεί μύρια ενδεχόμενα:
Στα δάση κάθε ίσκιος ήταν ξωτικού.
Έλεγα ότι και η δική μου νεράιδα
Είχε σ’ ένα σεντούκι μαγικό ραβδί κρυμμένο.
Πριγκιποπούλες δεν περίμεναν ξύπνιους βοσκούς
 Ηξερα εγώ καλύτερα τα αινίγματα να λύνω,
Χρυσά σε πόδια κοριτσιών γοβάκια να προβάρω.
Αητόπουλο, πώς  να με φτάσουν
Των χαλασμάτων μάγισσες και δράκοι.
Μόνο
Με το  «κι εμείς θα ζήσουμε καλύτερα» του τέλους
Θύμωνα, γιατί έβλεπα γιαγιά,
Την μύτη σου σαν του Πινόκιο να μεγαλώνει.
Αχ, πώς μπορούσα τότε να το νιώσω
Πως ήταν ψέμμα, ειπωμένο από συμπόνια
Για το παιδί που έμενε ανερμάτιστο
Χάνοντας του παραμυθιού τις διέξοδους.
Γιάννης Τσίγκρας

Άτιτλο

Το ημισώμα σου περίπου φώς.

ΑΠΛΗ ΜΕΤΑΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ.

Γιάννης Τσίγκρας

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΡΙΛΙΑΣ

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΡΙΛΙΑΣ

Το άλικο πρώτο ανθάκι στην τσιντόνιας το γυμνό κλαρί
θυμίζει στόμα κοριτσιού που από λαχτάρα αιμάσσει.
Τόσο που, αφού ο σπίνος μες στον κάλυκά του ξεδιψάσει,
σφυρίζει ένα «έτσι οι άνθρωποι φιλούν» και μοιάζει ν’ απορεί. 
Γιάννης Τσίγκρας

ΤΑ ΕΙΔΩΛΑ ΤΟΥΣ

ΤΑ ΕΙΔΩΛΑ ΤΟΥΣ

Όλα ειν' εδώ.
Η φαλακρή κορυφή του κυπαρισσιού
                        Πάνω απ’ τις στέγες,
Στικτά αλεξιβρόχια μυρμηγκιών,
                        τα μανιτάρια.
Και το σιδεροτράπεζο.
Όλα ειν’ εδώ πραγματικά.
Μα εγώ, είχα τα είδωλά τους συνηθίσει.
Στο βάθος των ανεστραμμένων σου ματιών.

Γιάννης Τσίγκρας

ΤΑΧΥΔΡΑΜΑ

ΤΑΧΥΔΡΑΜΑ

Αγαπώ κάθε παράξενη σκηνή διανυκτερεύοντος φαρμακείου
«Ποντίκια είπατε;» ο υπάλληλος νυστάζει πίσω από
πολύχρωμες γυάλες.
«Ναι, ξέρετε, οι αρουραίοι» ο πελάτης είναι ωχρός
«…καταβροχθίζουν τα χειρόγραφά μου».
Ο πελάτης είναι ωχρός και φοράει γυαλιά.
«Μμ, πάρτε το μυοθνήξ. Αντιαλλεργικό. Δεν προκαλεί
γαστρίτιδα».
Ακούγεται ο κούκος του ρολογιού.
«Πρόκειται για εξόχως εμβριθή τρωκτικά αγαπητέ μου κύριε».
Οι πολύχρωμες γυάλες περιέχουν κολώνια.
Ο πελάτης ζυγίζεται.
Κι άξαφνα «…έχουν τάσεις εξπρεσσιονιστικές».
Πλησιάζει την πόρτα. «Εννοείται τα χειρόγραφά σας;»
Ανοίγει την πόρτα. «Εννοώ τα ποντίκια. Καληνύχτα».
Αγαπώ κάθε ωχρόν άνθρωπο που φοράει γυαλιά
και τριγυρίζει έρημους βραδινούς δρόμους
έχοντας στην τσέπη ένα φακελλάκι ανώφελο μυοθνήξ.
Γιάννης Τσίγκρας

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ ΠΡΟΣ ΧΕΙΜΩΝΑ

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ ΠΡΟΣ ΧΕΙΜΩΝΑ

Σκοτεινά έμβρυα πανηγύρεων 
γύφτικα
φεύγουν
DATSUN.
Γιάννης Τσίγκρας

ΥΠΑΡΧΕΙ Ο ΑΠΡΙΛΗΣ

ΥΠΑΡΧΕΙ Ο ΑΠΡΙΛΗΣ

Υπάρχει ο Απρίλης.
Υπάρχει το Εδώ και το Επέκεινα,
Ο Καιρός και η Στιγμή.

Υπάρχει ο Απρίλης
Με τους λεμονανθούς και τις
Βραδινές
Ριγηλές αιθρίες.

Ένα ποδήλατο χρυσό
Υπάρχει ακόμη
Για όσους αγαπούν τα αινίγματα
Λιγότερο
Από τις ανυπόμονες βαλίτσες.
Γιάννης Τσίγκρας

Δεν υπάρχουν σχόλια: