Δευτέρα 16 Απριλίου 2018

Ποίηση Γιάννη Τσίγκρα 2

Τρίτη, 20 Ιανουαρίου 2015

ΣΑ ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΠΙΔΑ
Κι έτσι,τα βράδια, περπατώ στους βρεγμένους δρόμους
μ'ένα ποίημα να κουδουνίζει στην τσέπη,
σαν νικέλινο άστρο,
να γυαλίζουν οι γυμνοί βραχίονες των δέντρων,
βράδια  του γυρισμού
στην υγρή πατρίδα των ενυπνίων-
απόψε δε θα γράψω,
θα ταξιδέψω μόνο,προσέχοντας μη ξυπνήσω τον Ενδυμίωνα,
(μια χαρακιά
στη σελήνη).
Θα σηκωθεί ένας βιαστικός άνεμος και θα μου φέρει
τη μοναξιά
σαν μια μεγάλη,τελευταία ελπίδα.





Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2015

ΣΚΟΥΡΙΑΣΜΕΝΑ ΑΣΤΕΡΙΑ
Δεν είμαι ο μόνος λυπημένος εδώ,
στο σκοτάδι
δεν ξεχωρίζω ποιος κλαίει πλάι μου,
ίσως
να μην το μάθω ποτέ,
υπάρχουν τόσοι που σκέπασαν οι λάκκοι
της νύχτας,
στα ανοιχτά τους μάτια μετρούσα τα
σκουριασμένα αστέρια,κάπου εδώ γύρω
βρίσκονται,
δεν είμαι ο μόνος λυπημένος.




Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2015

ΣΤΟ ΣΙΔΕΡΟ
Kι ύστερα χάθηκε η αυλή των Ψυγείων "Μουστακαλή",
τα φορτηγά με τις μανούβρες τους,οι εργάτες που φώναζαν
"έλα" και "πίσω" και "σιγά-σιγά",

εξαϋλώθηκαν,

το οικόπεδο
έγινε πολυκατάστημα,
με σιωπηλές εργάτριες και ταμίες,

κι έμεινα μόνος, στο κομμάτι του μαντρότοιχου
που δεν
γκρεμίστηκε,
έμεινα να πατώ στο σίδερο για να φτάνω
και ν' ακουμπώ στο μάγουλο την παλάμη,
για να σας διηγούμαι
τις ιστορίες ενός κόσμου που περνάει από μπροστά μου

(κάθε άνθρωπος ξετυλίγει μια γάζα,σα μπαλάντα,πίσω του,
όπου χωρούν τα παρελθόντα και τα μέλλοντα)

και να σας
τα αφηγούμαι,όπως οι γιαγιάδες πλέκοντας κοπανέλι,
μας έφεγγαν το δάσος με τα παραμύθια τους.

Τετάρτη, 14 Ιανουαρίου 2015


Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΣΗΜΕΙΟΥ
Ενίοτε, κάποια λέξη κινείται διαρκώς,
σαν τη σεισοπυγίδα του χιονιά, ή στέκει
στο ένα πόδι επί ώρες,
όπως ο πελαργός και το ορθογραφικό λάθος,
-punctum, κατά τον Ρολλάν Μπαρτ-
καταστρέφοντας τη σύνολη,
γαλήνια επιφάνεια
του κειμένου.

Τρίτη, 13 Ιανουαρίου 2015

ΟΥΤΕ ΚΟΡΝΙΖΑ
Κάποτε, τα πρόσωπα  μιας ασπρόμαυρης φωτογραφίας,
θ'αρχίζουν να κραυγάζουν,γιατί μας ξέχασε
ο χρόνος,
στηθήκαμε εδώ, σκούροι κάτω απ'το διαυγές φως,
επειδή μας υποσχέθηκαν αιωνιότητα, στηθήκαμε
όπως οι πελαργοί,
περιμένοντας ένα τοίχο,μια διήγηση προπάτορα,
"αυτός έφυγε από κακουχίες το 1897" ή κάτι παρόμοιο
μείναμε,δεκαετίες,διψασμένοι, νηστικοί,
ένα τοίχο ζητούσαμε και
τον επισκέπτη,
"καρυδάκι,ευχαριστώ δεν είμαι φίλος,ποιος
κρέμεται απέναντι,εκεί,πάνω απ'το παράθυρο;",
δεν αποκτήσαμε
παρά αυτό το μυγοδιάστικτο πλαίσιο κι ένα σκοτεινό κουτί,
από σοκολατάκια του '36,ούτε καν κορνίζα και μεγέθυνση.





Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2015

ΑΚΙΝΗΤΙΝΔΑ
Κάποτε ψάχναμε,στη γραφή, λόγους αντισυμβατικούς,
ξέρετε
ανάποδα περισπώμενες,η Βασίλισσα του Νότου εγερθήσεται,
κι ύστερα ήλθαν τα μπλε φεγγάρια
και οι νύχτες των παιδικών μνημών,τα παιγνίδια που γέρασαν
με παράδοξα ονόματα: χαλκή μυία,ακινητίνδα,αποδιδρασκίνδα
πεντέλιθα,γεμίζαμε τετράδια με τα ονόματά τους,κι ύστερα
μια φίλη μου είπε-είναι ποίημα,μ'έκανε να κλάψω.
Τη θυμήθηκα, όταν άκουσα στο κιόσκι,απέναντι,την πανσπερμία
να καταθέτει τη γλώσσα που κουβάλησε σαν πατρίδα, κι αν
αποδιδρασκίνδα είναι το κυνηγητό και χαλκή μυία η τυφλόμυγα,
τότε
η ποίηση οφείλει να ταξιδεύει στη λέξη κι η τελευταία στο χωροχρόνο
σαν πατρίδα τρυφερή,σε "κάνει να κλαις",το αποκούμπι σου.







Παρασκευή, 9 Ιανουαρίου 2015

ΒΙΟΛΕΤΕΡΑ
Κι αν καταλήξαμε στο συμπέρασμα
πως
επανάληψη δεν υφίσταται,εμείς θα προσπαθούμε,
θα βάζουμε ένα δίσκο παλιό στο γραμμόφωνο,
θα χορεύουμε, αγκαλιά μ'ένα σκουπόξυλο, τη Βιολετέρα,
είναι εύκολο,από κει και πέρα,να καλημερίσουμε
το σακάκι μας,
να χειροκροτήσουμε τα τριζάτα παπούτσια μας,
σαν σημαία μεσίστια να κρατήσουμε
ένα φύλλο εφημερίδας του '75,και τα δάκρυα για ποιον;
Είμαστε η Μπλανς Ντυμπουά και δωρίζουμε ένα φεγγάρι
από χαρτί,χωρίς πόθο αληθοφάνειας,
"το ψεύτικο σας προτείνω,το αληθινό πώς να το δεχτείτε;"
ή ο Σουήνη που πλένει τα πόδια του με σαμπάνια,
ο Φληβάς,σε καιρούς στέγνιας,αφού χόρτασε από θάλασσα,
δίψασε για ουρανό-όλοι διψούμε για ουρανό,όχι μόνον
οι πνιγμένοι-
έτσι μπορούμε να ξαναζήσουμε,
κατά κάποιο τρόπο.




ΛΟΓΟΥΣ ΩΔΩΝ
Τα δέντρα υποκλίνονται στο χρόνο που περνάει
μαζί μας,κι εσύ μου ζητούσες "λόγους ωδών",δεν είναι
ο έρωτας,είναι ο πόνος,κολληθείη η γλώσσα μου
τω λάρυγγί μου,εάν μη σου μνησθώ,κι οι ιτιές
με τους κρεμασμένους αυλούς και τις κιθάρες,

το ξέρω, σου'χα τάξει μια εκδρομή,
ανάμεσα στους αστερισμούς, το ταξίδι δεν έγινε,
κράτησα μόνο δυο κρίνα,τ'ανθισμένα σου μάτια.



Πέμπτη, 8 Ιανουαρίου 2015

ΚΙ Ο,ΤΙ ΚΥΟΦΟΡΕΙ ΑΥΤΗ Η ΣΙΩΠΗ
Παραδόξως, εργαστήκαμε σκληρά
να αποποιηθούμε την ποίηση,
ως δώρο του αγγέλου μας,
γέμισε η ψυχή
σπασμένα νυχτερινά ομοιότυπα,καθρεφτάκια,
κόμπους ηλέκτρου,
άδεια πηγάδια,


η ποίηση είναι το απλό κι ανεπίστρεπτα φευγαλέο,
απερίγραπτο και υπερούσιο,άναρχο κι ατέρμον,
η σιωπή κι ό,τι κυοφορεί μυστικά αυτή η σιωπή


και δακρύζουμε με κάθε "ωσάν", τίποτε
δεν είναι το ίδιο με κάτι άλλο,
οι μυστικοί πατέρες θα μπορούσαν
να ερμηνεύσουν το τί,το γιατί και το πώς,

όμως εμείς κρατιόμαστε από ανθρωπομορφισμούς,
περιμένουμε να συνεχίσει ο Ιβάν Καραμάζωφ την ερμηνεία
του ποιήματός του,μ'όποια παραδοξολογία,αντί να ζήσουμε
το φιλί του Ιησού,ως κρατουμένου,στον Μεγάλο Ιεροεξεταστή

και την απομάκρυνσή του, μέσα στη νύχτα.

Τετάρτη, 7 Ιανουαρίου 2015

 ΤΟ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟ ΦΙΔΙ
Η αλήθεια είναι πως οι ιδέες μας
έχουν στερέψει,σαν τα παλιά πηγάδια και τα τενάγη,
βούρλα φυτρώνουν αντί για νούφαρα,
όπως η ενύπνια θάλασσα
που όλο απομακρύνεται
και λες " μα εδώ κολυμπούσα παιδάκι,
τώρα ανέβηκε ο βυθός, μόνο πέτρες,φύκια και καβούρια",
έτσι,κι όταν στερεύουν οι ιδέες μας,πέφτει μια ομίχλη βαριά
μια σκοτεινιά,
οι ιδέες ήταν ένας κόκκινος βαθύς ήλιος
ήσαν οι ανοιξιάτικες ανεμώνες
που άναβαν ξαφνικά μπροστά σου σαν τα λαμπιόνια
στις παλιές αυλόθυρες,
ενώ τα πιτσιρίκια,μαζεμένα
κάτω από τοίχους γεμάτους ίσκιους,άκουγαν από 45αράκι,
τον "Μεγαλέξαντρο και το καταραμένο φίδι".
ΤΥΨΗ ΚΑΙ ΧΑΔΙ
Ο καθένας μας είναι ταυτόχρονα, στην καταγωγή, πηλός
και ουρανός, δυνάμει,
ο μεσονύχτιος ζόφος και το λαμπερό θερινό μεσημέρι,
ο χαμένος δεινόσαυρος και η τρυφεράδα των πουλιών,
τύψη και χάδι,
μια άσπρη πεταλούδα κι ένα κόκκινο τριαντάφυλλο.
Είμαστε τόσα πράγματα μαζί,πόλοι μιας σφαίρας που γυρίζει,
χέρι του Κάιν που, σπάνια είναι η αλήθεια,
χαϊδεύει ένα μικρό,
ξυπόλυτο
Χριστό.

Τρίτη, 6 Ιανουαρίου 2015


ΚΙ ΕΝΑ ΠΑΜΠΑΛΑΙΟ ΜΠΑΛΟΝΙ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ
Ψάξαμε για αρχαία  καλοκαίρια,
στην άλω των νυχτερινών μας τραγουδιών
και στων γυμνών δέντρων
τον ύπνο.
Ψάξαμε για μια ποίηση άφατη, όσον η θάλασσα
που φιλοξενεί τα διάχυτα φώτα μιας προκυμαίας.
Ψάξαμε μάταια-
οι παιδικές λέξεις έχουν σταματήσει από χρόνια
να μιλούν,
τη μέρα
πέφτουν αργά σαν πούπουλα,
το βράδυ σβήνουν,
οι στύλοι των φάρων δεν πετούν πλέον υγρές κολώνες,
μονάχα σκοτεινά σκυλιά ξεσχίζουνε τη νύχτα
κι ένα παμπάλαιο μπαλόνι φεγγαριού,
σημαίνει τη μιαιφονία.
ADANSONIA DIGITATA
Η καλοσύνη είναι ένα κίτρινo πουλί
που πίνει ουρανό απ'τις παλάμες των αγγέλων,
και τραγουδάει για ό,τι έφυγε ενώ να καθίσει περιμέναμε,
στα κλαδιά μιας Adansonia digitata,
ενός μπαομπάμπ,
στη ρίζα του έχουν θαφτεί εφτά χιλιάδες ποιητές,
κι είν' τα τραγούδια τους που υψώνουμε παντιέρες,
απ'τον καιρό της υποβρύχιας βανίλιας ώς τις άδειες
παραλίες,
τις διασχίζουν δυο γάντια παιδικά,ένα κασκέτο
και το τύμπανο,
τη θάλασσα ρυτιδώνει ο βοριάς και την τρυπούν
υπάκουοι ναυτίλοι.

Δευτέρα, 5 Ιανουαρίου 2015

ΟΤΑΝ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΑΣΤΕΡΙΑ
Κι όταν όλα συμπυκνωθούν σ'ένα ουράνιο
γαλάζιο,
τόσο όσο θα χωράει στων μανάδων μας
τις δαχτυλήθρες,τα ποιήματα μας
όταν θα μυρίσουν
πασχαλιά και αγιοκέρι,
τότε θα θυμηθώ πώς έσταξε
το τελευταίο σου δάκρυ-
βουβό σαν λυπημένη εκκλησιά,
πράο,όπως τα μάτια της Γλυκοφιλούσας,κι
ο χωρισμός θα μείνει,βέβαια,κοκάλινο τετελεσμένο
αλλά κάθε τραγούδι μας θ'ασπρίζει όσο τα νάματα
και θα φωτίζονται οι προθέσεις των παιδιών,
όταν τις νύχτες γίνονται άστρα.

ΓΛΥΚΥΤΑΤΕ ΜΟΥ,ΠΟΚΟΠΙΚΟ
Έχω ένα σημειωματάριο κάτω απ'το μαξιλάρι,
για κάποιες ιδέες που,τα βράδια, πετούν,σαν τα κουνούπια,
παρόλα αυτά, κάθε πρωί με βρίσκει,μ'ένα σφαγμένο
πετεινό στα χέρια,αναρωτιέμαι πού να πήγαν τα εξαίσια
όνειρά μου,πρέπει να τα τύλιξα σ'ένα μαντήλι καλαματιανό
ή να τα δώρισα στις επόμενες στιγμές, τώρα έχουμε βαρύνει,
πουθενά δεν ακούγονται τα νταούλια και οι πίπιζες των γύφτων
τέτοιες μέρες,άσε που τους ρομανάραμε, τότε μου'λεγαν "αυτοί
ίνι γκιφτ,ιμίς τσιγγάν'",μας έφαγε η πολιτική ορθότης, αδελφέ,
στο μνήμα του Ανεμοδουρά μια γλυπτή τηλεόραση,
δεν ανθίζει, πλέον,η λογοτεχνία πολτού,γλυκύτατέ μου Ποκοπίκο.






Κυριακή, 4 Ιανουαρίου 2015

Η ΛΕΞΗ
Κι ενώ,κάποτε χάθηκα σε μίας λέξης
τους μαιάνδρους,
παρόλ' αυτά,
δεν πίστεψα ότι θα μου' λειπεν ο προσανατολισμός.
Γιατί
η λέξη ήταν ξέσκεπη
κι έβλεπα τον ουρανό της σταθερά γαλάζιο
- αυτόν θα κοίταζα,
στα επόμενα χίλια τριακόσια  χρόνια,
ώσπου να βρω την έξοδο.

Ίσως και να συνήθιζα,να μη,πλέον, μου χρειαζόταν
η διαφυγή.



Σάββατο, 3 Ιανουαρίου 2015

Ή ΑΡΑΧΝΗΣ ΠΕΠΛΟ
Ο χρόνος υφίσταται και ως στικτό,με παπαρούνες, χιόνι,
είναι,επίσης, ένα άλογο που καλπάζει τα μεσάνυχτα,
δείτε τον και σα σφαίρα πύρινη.
Κι ο άγγελός σου διασχίζει κάθε του Στιγμή
κι αέναα επάνω σου απλώνει τις φτερούγες
όσο,τουλάχιστον, κοιτάς,
προς το στιλπνά εβένινο παράθυρο,
κάτι που μοιάζει με ρωγμή,
κάτι, σα νεύρο φύλλου


ή αράχνης πέπλο.

Παρασκευή, 2 Ιανουαρίου 2015


-ΠΡΟΣΕΧΕ
O Σταύρος Τορνές, αποκοιμήθηκε στην καρέκλα,
κάτω απ'τον πλάτανο,στο φερώνυμο καφενείο της οδού
Κροκίου,στα Παλαιά Μαγαζεία του Βόλου, κι ονειρεύτηκε
μια πορεία στο χώρο και το χρόνο,ν'αναζητάει ένα άλογο.
Προσωπικά,ώς το προβλέψιμο τέλος,θα τοποθετούσα μια
συνάντηση με τον "Πορτοφολά" του Μπρεσόν,καθώς και
με το σκοτεινόν Εφέσιο,είναι ένα τρίο αχτύπητο,ιδιαίτερα ο
Ηράκλειτος,με τα μουσικά σπαράγματά του, λείπει μια
ολιστική διάθεση κι απ' τους τρεις, κι απ' τους
κινηματογραφιστές κι απ' τον προσωκρατικό,
α, στο δρόμο, θα
μπορούσαν να σώσουν τον Ρολάν Μπαρτ,από ατύχημα,
φωνάζοντάς του εγκαίρως την ίδια λέξη-πρόσεχε.




Πέμπτη, 1 Ιανουαρίου 2015

ΤΟ ΔΙΑΚΕΙΜΕΝΟ
Το Κατίγκω παρουσιάσθηκε στην άκρη του πρασόκηπου
μ'ένα πιάτο κατσαμάκι στα χέρια,αυτό μπορείτε να το
μετονομάσετε και διακειμενικότητα,γιατί και πού βρισκόμουν
όταν έψαυαν αρχαίες φλέβες,ο Έζρα Πάουντ,δημιουργούσε
εξαιρετικά ψηφιδωτά,πρέπει από κάτω να υπάρχει το μονόχρωμο
χέρι των κατοίκων της ΚΑΤΑΗ, πολλοί φοβήθηκαν το πλήθος τους,
στο"Χειμωνιάτικο φως",κάποιος αυτοκτονεί απ'αυτό το φόβο ή
είναι η έλλειψη πίστης, πίστη στην απιστία,εν πάση περιπτώσει
το Κατίγκω φωνάζει το Χρυσάνθ' και το Μαργιολί,να μοιραστούν
το καλαμποκάλευρο,τα χειμερινά τους πουλιά είναι τα στούκας,πόσο
χαμαιλεοντίζουμε για να σωθούμε,ακόμη και στη λογοτεχνία-εκεί για
να σώσουμε τη γραφή.
ΚΑΙ ΝΑ ΣΩΠΑΙΝΕΙΣ
Πώς θα περπατήσω και πάλι-
μόνος αυτή τη φορά-
τους ίδιους βραδινούς δρόμους,
όταν όλα χάνονται
κι εσύ, εξακολουθείς να φοράς
το ραγισμένο ύφος μιας πωλήτριας κουμπιών,
να κοιτάζεις τα γυμνά δέντρα, στο σκοτάδι,
και να σωπαίνεις...




Δεν υπάρχουν σχόλια: